Home » , » Τα ράσα που φώτισαν τον Αγώνα – Ο ρόλος της Εκκλησίας από το 1821 μέχρι τις σημερινές ημέρες

Τα ράσα που φώτισαν τον Αγώνα – Ο ρόλος της Εκκλησίας από το 1821 μέχρι τις σημερινές ημέρες

Written By Dimitris Kalidis on Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017 | 11:25 π.μ.

Εκατόν ενενήντα έξι χρόνια φέτος μετά την Επανάσταση του 1821, σε μια δύσκολη σύγχρονη συγκυρία για τη χώρα μας, ο ρόλος της Εκκλησίας, των δεσποτάδων αλλά και του απλού ράσου, του παπά του χωριού, τότε και τώρα, χθες και σήμερα, αναδεικνύονται σε θεμελιώδη στηρίγματα που φώτισαν και συνεχίζουν να φωτίζουν το αεί δοκιμαζόμενο γένος.

Οι πατριάρχες οι επίσκοποι, οι απλοί ιερείς, οι καλόγηροι, οι διδάσκαλοι, οι αρματολοί, οι κλέφτες, οι οπλαρχηγοί, οι πλοίαρχοι, οι πυρπολητές, όλοι αυτοί που αποτέλεσαν την «θείαν παρεμβολήν της παρατάξεως του Κυρίου», υπήρξαν άνθρωποι της ακραδάντου πίστεως, τους οποίους όπλιζε με ελπίδα, με υπομονή και θυσία πνευματική.

Ειδικά για τους ιερωμένους μέσα από τα κρυφά σχολειά 400 ετών δουλείας οι έννοιες της ρωμιοσύνης (εθνική καταγωγή) και της γλώσσας (βυζαντινά ελληνικά) κράτησαν άσβεστη τη μικρή φλόγα των επαναστατημένων ψυχών, παιδιών και ενήλικων, μέσα στο λαδάκι των χιλιάδων καντηλιών σε μονές και ξωκλήσια στα πιο απομακρυσμένα και απόκρημνα μέρη της βραχώδους πλην εύανδρης Ελλάδος.

Ράσο και Αγώνας, παπάς και καρυοφύλλι εικόνες και έννοιες ταυτόσημες στο διηνεκές υποσυνείδητο. Ο αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο θρυλικός Γέρος του Μοριά, έγραψε παραστατικά στη «Διήγηση συμβάντων της ελληνικής φυλής»: «Πλησίον εις τον Ιερέα ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι». 

Για να προσθέσει λίγα χρόνια αργότερα ο ιστορικός Χρήστος Βυζάντιος: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επαναστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας». Ενώ ο εθνικός μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος συνόψισε στην πρώτη εκδοχή της επίσημης, εθνικής μας ιστορίας: «…Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς όμως εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησεν περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν».

Η συμβολή της Εκκλησίας στην Επανάσταση του ‘21 και οι αναθεωρητές της ιστορίας

Ο ρόλος και η συμβολή της Εκκλησίας, δεσποτάδων και ιερέων, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 υπήρξε καθοριστική και καταλυτική. Η Εκκλησία διαθέτοντας ευρύτατες αρμοδιότητες και εξουσίες στη ζωή του Ορθόδοξου μιλλέτ ήταν ο κύριος και ο μοναδικός εκπρόσωπός του απέναντι στη σουλτανική εξουσία, ασκώντας διαμεσολαβητικό ρόλο.

Επικεφαλής της ήταν ο εκάστοτε Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης και οι υπαγόμενοι σε αυτόν επίσκοποι. Η απαραίτητη αυτή συνύπαρξη της ανώτατης εκκλησιαστικής εξουσίας με την αντίστοιχη οθωμανική συνέβαλε στη σύμπραξή τους σε μια ευρεία γκάμα οικονομικών και διοικητικών θεμάτων, με συνέπεια αφ΄ ενός την εδραίωση της θέσης της Εκκλησίας στους κόλπους των Ορθοδόξων, αφ΄ ετέρου στη δυνατότητα παρέμβασής της σε περιπτώσεις αδικιών και βιαιοτήτων σε βάρος των υποδούλων. 

Ήταν όμως η συνύπαρξη αυτή και η αιχμή του δόρατος που έκανε αρκετούς αναθεωρητές ιστορικούς να θυμηθούν τις τελευταίες δεκαετίες τους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και να υπερτονίσουν τον ρόλο του εξισορροπιστή διαμεσολαβητή από αυτόν του προστάτη και υποκινητή. Θυμούνται τον αφορισμό του Αδαμάντιου Κοραή και ξεχνούν τον μαρτυρικό θάνατο με απαγχονισμό του ίδιου ακριβώς Πατριάρχη, του Δημητσανίτη εθνομάρτυρα Γρηγορίου του Ε΄ στις 10 Απριλίου του 1821.

Ο Γάλλος Πρόξενος Πουκεβίλ, ο οποίος έζησε τα γεγονότα της ελληνικής επαναστάσεως από κοντά, γράφει ότι 100 πατριάρχες και επίσκοποι θανατώθηκαν κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και του Αγώνα. 80 κινήματα έκαναν οι Έλληνες πριν από το 1821 και στα περισσότερα πρωτοστατούσαν επίσκοποι κατά τον Γάλλο αξιωματούχο. Από το 1680 έως το 1700 η Ανατολική Στερεά ήταν ελεύθερη για 20 χρόνια μετά από την εξέγερση δύο επισκόπων, του Θηβών Ιεροθέου και του Σαλώνων Φιλοθέου.

Το 1821 όμως δεν βάφεται μόνο με το αίμα του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ αλλά και του Πατριάρχη Κυρίλλου Στ΄, του από Ανδριανουπόλεως. Εκτός από τον επίσκοπο της Πάτρας Γερμανό που ευλόγησε το λάβαρο στην Αγία Λαύρα (17 Μαρτίου 1821) και στην Πάτρα (25 Μαρτίου 1821), ο Σαλώνων Ησαΐας κηρύσσει την Επανάσταση στη Φωκίδα και θυσιάζεται στην Αλαμάνα μαζί με τον Αθανάσιο Διάκο. Στην Πάτμο έρχεται γι’ αυτόν τον σκοπό ο Πάτμιος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος Παγκώστας και υψώνει και αυτός λάβαρο επαναστατικό. Από τότε δεν ξαναγύρισε στον θρόνο του.

Πολλοί άλλοι επίσκοποι την ίδια στιγμή έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον Αγώνα όπως ο Έλους Άνθιμος, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Ταλαντίου Νεόφυτος. Και στη μεγαλειώδη Έξοδο του Μεσολογγίου ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, βοηθός του Μητροπολίτη Άρτης Πορφυρίου, θυσιάζεται ανατινάζοντας τον Ανεμόμυλο.

Γιατί γιορτάζουμε στις 25 Μαρτίου;

Από τη Μολδοβλαχία έως τον Μοριά και από τη Καλαμάτα έως την Τρομπολιτσά, οι ημερομηνίες που επίσκοποι, παπάδες, προύχοντες και αρματολοί συγκεντρώθηκαν στις εκκλησιές να ορκιστούν στα ιερά λάβαρα, διαφέρουν σημαντικά. Είναι όλες χειμώνας- άνοιξη του 1821, κάποιες όμως προηγούνται και άλλες έπονται.

Στη Καλαμάτα για παράδειγμα εορτάζουν τα ελευθερώτρια στις 23 Μαρτίου, ημέρα που υψώθηκε το ιερό λάβαρο στο εκκλησάκι των Αγίων Αποστόλων. Αντίστοιχα όμως στις 21 του Φλεβάρη ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρος Υψηλάντης εισέβαλε με στρατεύματα στις ανατολικές παραδουνάβιες χώρες, διέβη τον ποταμό Προύθο και κατέλαβε το Ιάσιο δημιουργώντας τον πρώτο καταγεγραμμένο ελεύθερο θύλακα στη καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η πληθώρα λοιπόν αυτών των ημερομηνιών οδήγησαν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος επί βασιλείας Όθωνος και βαυαρικής διοίκησης, να ορίσει από το 1838 ως εθνική αργία, κοινή και καθολική ημερομηνία εορτασμού της εθνεγερσίας, την 25η Μαρτίου, ανήμερα του ευαγγελισμού της Θεοτόκου, ημέρα σημαντικής θρησκευτικής εορτής που ταύτισε έκτοτε στο υποσυνείδητο τον ρόλο Εκκλησίας και Επανάστασης.

Κρυφά σχολειά: Γλώσσα και θρησκεία αφυπνίζουν την εθνική συνείδηση

Είναι γνωστό ότι οι αναθεωρητές ιστορικοί θέλουν με κάθε θυσία να αποσυνδέσουν τελείως την εκκλησία από την επανάσταση του 1821, και συνακόλουθα, από όλα τα ιστορικά γεγονότα, στα οποία το σύγχρονο Ελληνικό κράτος χρωστάει την ύπαρξή και την ελευθερία του. Γι’ αυτό οτιδήποτε συνδέει τον Ελληνισμό με την ορθόδοξη χριστιανική πίστη χαρακτηρίζεται αυτόματα ως μύθος.

Ένας από τους ιστορικούς «μύθους» που βρέθηκαν στο στόχαστρο των αναθεωρητών είναι και το κρυφό σχολειό. Ήδη από το 1982 αρχίζει να αφαιρείται από τα σχολικά βιβλία της ιστορίας το σχετικό κεφάλαιο, παρά τις φωνές όσων επιχειρηματολογούσαν υπέρ του κοινωνικοποιητικού ρόλου της διδασκόμενης στα σχολεία ιστορίας.

Οι αναθεωρητές επικεντρώνονται στο ότι δεν γνωρίζουμε καταγεγραμμένη ιστορικά, συντονισμένη δίωξη της παιδείας από την Οθωμανή διοίκηση με κάποιο φιρμάνι ή δια των όπλων. Παραλείπουν όμως να πουν, ότι από τις εντολές της Πύλης στην Πόλη έως την τελευταία κωμόπολη της αχανούς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Τούρκοι πασάδες είχαν ένα ευρύτατο πεδίο αυτονόμησης και συμπεριφοράς. Πολλές φορές κάτω από την βαναυσότητα της κυριαρχίας τους η παιδεία για τους υπόδουλους ερχότανε σε δεύτερη μοίρα. Πρόεχε ο αγώνας της επιβίωσης και της ασφαλούς διαβίωσης. Τότε, οι μόνοι γραμματιζούμενοι των πόλεων και των χωριών που ήταν οι ιερείς μάζευαν νεαρά παιδιά και εφήβους μέσα σε ξωκλήσια ή απόμακρα μοναστήρια και με βιβλία τα εκκλησιαστικά συγγράμματα βοηθούσαν τη νέα γενιά να κρατήσει επαφή με τη γλώσσα, με ανάγνωση και γραφή. Όλα τα εκκλησιαστικά βιβλία βοηθούσαν σε αυτό. Από τα Ευαγγέλια όπου υπήρχαν έως τα συνηθέστερα Μηνιαία και Πεντηκοστάρια και από τα Ψαλτήρια έως τα Θεοτοκάρια.

Ο έγκριτος ιστορικός Νικόλαος Σβορώνος γράφει σχετικά: «Οι αξιόλογες προσπάθειες της Ορθόδοξης Εκκλησίας για την εκπαίδευση, η οποία στους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της, με μοναδικούς δασκάλους τους μοναχούς και τον κατώτερο κλήρο στα σχολεία που λειτουργούσαν στις εκκλησίες και στα μοναστήρια … αποτελούν θεμελιακή συμβολή για τη διατήρηση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων». Ενώ γλαφυρότερος όλων ο Διονύσιος Κόκκινος, στο βιβλίο του «Ελληνική Επανάσταση» γράφει: «Ο παπάς κάτω από τα ράκη του ράσου του κρατεί το ψαλτήρι και πηγαίνει να μάθη τα παιδιά, που τον περιμένουν, να διαβάζουν. Ομιλεί ακόμη εις τα παιδιά και δια τους μεγάλους ανθρώπους που εδόξασαν άλλοτε αυτόν τον τόπον. Διδάσκει την ολίγην ιστορίαν που γνωρίζει και αυτός. Το κρυφό σχολειό δεν είναι θρύλος».

Παπαφλέσσας: «Θα γυρίσω ή δεσπότης ή πασάς»!

Ο ηρωικός θάνατος του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι άφησε στην άκρη τις όποιες κριτικές δεχόταν εν ζωή ο αμφιλεγόμενος θυελλώδης και πατριώτης αρχιμανδρίτης. Η αδυναμία του στις γυναίκες, οι πολιτικές ίντριγκες, τα ξεσπάσματά του, οι θυμοί του και οι εχθρότητες διαγράφηκαν δια μιας και η αυτοθυσία του μπροστά στις ορδές του Ιμπραήμ τον ανήγαγε σε έναν λαϊκό εθνικό ήρωα που στα μάτια των αγωνιζομένων Ελλήνων συνδύαζε τη κοσμική ζωή με το ράσο, την πονηριά με την αγαθότητα, την πολιτική με τα όπλα..
Γεννήθηκε στη Μεσσηνία το 1788 και είχε 27 αδέλφια! Επέλεξε να γίνει μοναχός, αλλά συγκρούστηκε τόσο έντονα με ένα Τούρκο αξιωματούχο, που αναγκάστηκε να φύγει απ’ την περιοχή. Επέλεξε να αυτό-εξοριστεί στην Κωνσταντινούπολη και πριν φύγει, πρόλαβε να υποσχεθεί ότι θα γυρίσει «ή δεσπότης ή πασάς». Κατάφερε να γίνει αρχιμανδρίτης και όσο βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, ήρθε σε επαφή με τη Φιλική Εταιρεία.

Ο Παπαφλέσσας δεν ήταν ο διακριτικός και αθόρυβος συνωμότης. Ήταν φλογερός πατριώτης και μετερχόταν κάθε μέσο για να πείσει για την ανάγκη έναρξης του Αγώνα. Ακόμα και το ψέμα, την πονηρία και την παραπληροφόρηση. Στην Κωνσταντινούπολη λοιπόν στα τέλη του 1820 υποστήριξε μπροστά στα μέλη της Φιλικής Εταιρείας ότι η Πελοπόννησος ήταν έτοιμη για δράση και για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του, παρουσίασε πλαστά έγγραφα. Δεν έγινε πιστευτός. Έφυγε για τη Πελοπόννησο. Τον Ιανουάριο του 1821, συναντήθηκε με την ηγεσία του Μοριά στη Βοστίτσα και ακολούθησε ακριβώς την ίδια στρατηγική για να τους πείσει να συμμετέχουν στην επανάσταση. Υποστήριξε ότι ο Υψηλάντης ήταν έτοιμος να εκστρατεύσει εναντίον της Κωνσταντινούπολης με το ρωσικό στόλο και την «ευλογία» του Τσάρου. Κανείς δεν πίστεψε τους υπερβολικούς ισχυρισμούς του, τους οποίους ο Ανδρέα Ζαΐμης χαρακτήρισε «άστατους, απελπισμένους, στασιαστικούς, ιδιοτελείς και σχεδόν μπερμπάντικους»!


Το τέλος του εμφυλίου πολέμου το 1825 τον βρήκε στην πλευρά των νικητών, σε συνασπισμό με την κυβέρνηση Κουντουριώτη, ενώ οι οπλαρχηγοί ήταν στη φυλακή και κυρίως ο Κολοκοτρώνης. Ο ερχομός του Ιμπραήμ στον Μοριά έκανε τον Παπαφλέσσα να αντιληφθεί τον κίνδυνο για το νεοπαγές κρατίδιο και ζήτησε εις μάτην να αποφυλακιστούν οι οπλαρχηγοί. Η στιγμή της μαρτυρίας του πλησίασε. Έφυγε για το Μανιάκι μόνος του με 1000 άνδρες ενάντια σε 6000 του Ιμπραήμ. Ευελπιστούσε ότι θα κατέφθαναν ενισχύσεις που θα εξισορροπούσαν την κατάσταση. Ματαίως. Μέσα σε λίγες ώρες ο Παπαφλέσσας και οι άντρες του αποδεκατίστηκαν. Ο θρύλος διέσωσε ότι πολέμησε τόσο γενναία που ο Ιμπραήμ τον αναζήτησε μετά το τέλος της μάχης, βρήκε πρώτα το αποκεφαλισμένο πτώμα του, ζήτησε να του φέρουν το κεφάλι του και στερέωσε το άψυχο κορμί του Παπαφλέσσα στον κορμό ενός δέντρου. Συγκινημένος, ο Ιμπραήμ τον πλησίασε και τον φίλησε, αναγνωρίζοντας την αξία του εχθρού του….


Πηγή : vradini.gr
Share this article :

Δημοσίευση σχολίου

 

Copyright © 2014. newsontime.gr

powered by Blogger