Home » , » H S&P αναβάθμισε την ελληνική οικονομία

H S&P αναβάθμισε την ελληνική οικονομία

Written By Dimitris Kalidis on Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014 | 7:38 μ.μ.

Όπως γράφει ο οίκος, η ελληνική κυβέρνηση έχει επιτύχει σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή, και αναμένεται να διατηρήσει πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 2% του ΑΕΠ για τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα κεφάλαια που κατέχει το ΤΧΣ θα είναι επαρκή για τις τυχόν περαιτέρω ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών.

Όπως σημειώνει η S&P, η αναβάθμιση αντανακλά την άποψή της ότι οι κίνδυνοι για τη διαδικασία προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας έχουν μετριαστεί. Από τον επόμενο χρόνο, η χώρα θα περάσει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, έπειτα από επτά συνεχόμενα χρόνια συρρίκνωσης. Συγκεκριμένα, ο οίκος εκτιμά ότι η ανάκαμψη του πραγματικού και του ονομαστικού ΑΣΕΠ θα επιτρέψει στην Αθήνα να εμφανίσει πρωτογενή πλεονάσματα στο 2% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο, στο διάστημα 2014-2017. Αυτό είναι χαμηλότερο από το 4,5% στο οποίο στοχεύει η κυβέρνηση, αλλά και το πρόγραμμα της τρόικας, αλλά η S&P τονίζει πως η χαμηλότερη πρόβλεψή της είναι πιο εφικτή, πολιτικά.

Ο οίκος περιμένει την αύξηση της απορροφητικότητας των κοινοτικών κονδυλίων, την περαιτέρω διεύρυνση της φορολογικής βάσης και τη βελτίωση της είσπραξης φόρων. Από την άλλη πλευρά, προειδοποιεί ότι η κυβέρνηση έχει μικρά περιθώρια κινήσεων στο μέτωπο των δαπανών.  Έτσι, η S&P περιμένει μικρές φοροελαφρύνσεις.

Παράλληλα, οι εκτιμήσεις της S&P περιλαμβάνουν την πιθανότητα επιπλέον αύξησης του χρεόυς, λόγω νέων ανακεφαλαιοποιήσεων των τραπεζών, αν και οι αναλυτές τονίζουν πως τα 11 δισ. ευρώ που απομένουν στο ΤΧΣ είναι αρκετά για να καλύψουν τις όποιες ανάγκες.

Το χρέος

Σε ό,τι αφορά την προσδοκώμενη ελάφρυνση του χρέους, η S&P εκτιμά ότι η κυβέρνηση θα την εξασφαλίσει από τους Ευρωπαίους πιστωτές. Αντίθετα, μία νέα αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας προς τον ιδιωτικό τομέα δεν αναμένεται. Έτσι, η Αθήνα εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να εξυπηρετεί κανονικά τα ομόλογα ύψους 3 δισ. ευρώ περίπου που έχουν στα χέρια τους επενδυτές που δεν συμμετείχαν στις δύο ανταλλαγές ομολόγων του 2012 (holdouts).

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην έκθεση, οι μεικτές δανειακές ανάγκες της ελληνικής κυβέρνησης ύψους περίπου 43 δισ. ευρώ (19% του ΑΕΠ) για τους επόμενους 15 μήνες, θα καλυφθούν εν μέρει από την αποπληρωμή των χρημάτων που πήραν από το Δημόσιο οι ελληνικές τράπεζες, από τον ενδοκυβερνητικό δανεισμό στα πλαίσια του ευρύτερου δημοσίου τομέα και σε μικρότερο βαθμό από τις αποκρατικοποιήσεις. Η S&P εκτιμά ότι η Αθήνα θα αντλήσει επίσης περίπου 20 δισ. ευρώ από τις εγχώριες εθνικού δικαίου αγορές, περίπου 12 δισ. ευρώ από τους πιστωτές του επίσημου τομέα και έως 5 δισ. ευρώ από διεθνείς εκδόσεις ομολόγων.

Ως αποτέλεσμα, το χρέος θα σταθεροποιηθεί σε ονομαστική βάση, σημειώνοντας μικρή πτώση στο 164% του ΑΕΠ το 2017, από το υψηλό του 177%  του 2014. Παρόλα αυτά, η S&P τονίζει ότι το ελληνικό χρέος παραμένει ένα από τα υψηλότερα ανάμεσα σε όλα τα κράτη που αξιολογεί.

Εντούτοις, κάποια χαρακτηριστικά του χρέους έχουν βελτιωθεί, όπως για παράδειγμα η μέση διάρκεια ωρίμανσής του, που διαμορφώνεται στα 15,8 χρόνια, έχοντας υπερδιπλασιαστεί από τα 6,3 χρόνια που ήταν το 2011. Από το σύνολο του ελληνικού δημοσίου χρέους, το 72% είναι προς το δημόσιο τομέα, κάτι που σημαίνει ότι έχει επιτόκια κατώτερα των επιπέδων της αγοράς. Μάλιστα, το μέσο επιτόκιο του χρέους αυτού είναι χαμηλότερο του 2%, δηλαδή μικρότερο από τον προβλεπόμενο ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο διάστημα 2015-2017 (στο 2,8%).

Η ανάκαμψη

Σύμφωνα με τους αναλυτές της S&P, η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας θα είναι σταδιακή αλλά αδύναμη, με το πραγματικό ΑΕΠ να παραμένει το 2017 κατά 20% χαμηλότερο σε σχέση με το 2007. Η μείωση του εργατικού κόστους κατά 16% από το 2008 έως το 2013 έχει βοηθήσει τον ελληνικό τουρισμό, όμως, ο μικρός βιομηχανικός τομέας της Ελλάδας δεν έχει ωφεληθεί στον ίδιο βαθμό (σε αντίθεση με την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία).

Οι επενδύσεις, που παραμένουν κατά 40% χαμηλότερες σε σχέση με το 2007, αναμένεται να ανακάμψουν, αλλά με αργούς ρυθμούς. Ο οίκος εκτιμά ότι οι επενδύσεις θα είναι περιορισμένες εξαιτίας της έλλειψης εμπιστοσύνης, του αναποτελεσματικού μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής και των περιορισμένων  άμεσων ξένων επενδύσεων. Η κατανάλωση των νοικοκυριών αναμένεται να ωφεληθεί μόνο σταδιακά από την τελική σταθεροποίηση της αγοράς απασχόλησης.

Η πολιτική κατάσταση

Η S&P εκτιμά ότι η ελληνική κυβέρνηση θα συνεχίσει, σε γενικές γραμμές, να ακολουθεί τη σημερινή πολιτική, αλλά αντιμετωπίζει το πολύπλοκο πολιτικό περιβάλλον σαν έναν παράγοντα που επιδρά αρνητικά στην αξιολόγηση. Παρότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν στηρίξει τις δημοσιονομικές επιδόσεις και την πρόοδο στην αναδιάρθρωση της οικονομίας, οι κοινωνικές εντάσεις και το ασθενές πλαίσιο των θεσμών επιμένουν, τονίζεται.

Από τι θα εξαρτηθούν οι περαιτέρω αναβαθμίσεις

Σύμφωνα με την S&P, η αξιολόγηση της Ελλάδας θα μπορούσε να αναβαθμιστεί περαιτέρω εάν το ΑΕΠ αυξηθεί περισσότερο από ό,τι αναμένεται ή εάν το θεσμικό πλαίσιο ενισχυθεί σημαντικά.


Αντίθετα, τυχόν αποτυχία της κυβέρνησης να σταθεροποιήσει το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενδεχομένως εξαιτίας των αποπληθωριστικών πιέσεων, θα μπορούσε να οδηγήσει σε υποβαθμίσεις.


Πηγή : newmoney.gr
Share this article :

Δημοσίευση σχολίου

 

Copyright © 2012 - 2018. newsontime.gr

powered by Blogger